λειμών,ῶνος,ὁ,
A. any moist, grassy place, meadow, Il. 2.467 , etc.; ἀμφὶ δὲ λειμῶνες μαλακοὶ ἴου ἠδὲ σελίνου θήλεον
Od. 5.72
; μαλακὸς λ.
Hes. Th. 279
; βαθύς
A. Pr. 653
;λ. βούχιλος, βουθερής, Id. Supp. 540 (lyr.), S. Tr. 188 : metaph., λειμῶνα Μουσῶν δρέπων
Ar. Ra. 1300
;ἐς λειμῶνα ποταμίων ποτῶνinto the smooth river-water, S. Fr. 659 ;χυτῆς λειμὼν θαλάσσης, of a sponge, AP 6.66.7 (Paul. Sil.); πλούτου καὶ νεότητος λειμῶνας ἀφθόνους
Pl. Sph. 222a
, cf. Phdr. 248c .
2. flowers, Ὧραι λειμῶνας βρύουσι
Him. Or. 1.19
.