λειο-κόνιτος: ἡ τελείως ὡς κόνις διαλελυμένη, λείως γὰρ τελείως, Hsch. ; cf.λεωκόνιτος.
λειο-κόνιτος:
Gloss
λειο-κόνιτος: ἡ τελείως ὡς κόνις διαλελυμένη, λείως γὰρ τελείως , Hsch. ; cf. λεωκόνιτος .
λειο-κόνιτος: ἡ τελείως ὡς κόνις διαλελυμένη, λείως γὰρ τελείως , Hsch. ; cf. λεωκόνιτος .
λειο-κόνιτος: ἡ τελείως ὡς κόνις διαλελυμένη, λείως γὰρ τελείως, Hsch. ; cf.λεωκόνιτος.