λειρ-ιώδης,ες,
A. like a lily, εὐωδία
Thphr. HP 3.13
.
6. λειρ-ός,ά,όν, = λειριόεις , of the voice, τέττιξ γλυκεροῖς χείλεσι λειρὰ χέων
IG 14.1934f6
.
like a lily
λειρ-ιώδης,ες,
A. like a lily, εὐωδία
Thphr. HP 3.13
.
6. λειρ-ός,ά,όν, = λειριόεις , of the voice, τέττιξ γλυκεροῖς χείλεσι λειρὰ χέων
IG 14.1934f6
.