λειω-κόρης: ὁ τελείως ἐκκεκαυμένους τοὺς ὀφθαλμοὺς ἔχων, Hsch. (λειοκ- cod.).
λειω-κόρης:
Gloss
λειω-κόρης: ὁ τελείως ἐκκεκαυμένους τοὺς ὀφθαλμοὺς ἔχων , Hsch. ( λειοκ - cod.).
λειω-κόρης: ὁ τελείως ἐκκεκαυμένους τοὺς ὀφθαλμοὺς ἔχων , Hsch. ( λειοκ - cod.).
λειω-κόρης: ὁ τελείως ἐκκεκαυμένους τοὺς ὀφθαλμοὺς ἔχων, Hsch. (λειοκ- cod.).