λελογισμένως,Adv., (λογίζομαι)
A. according to calculation,λ. ὅκως. .
Hdt. 3.104 ; λ. πράσσοιμι μᾶλλον ἢ σθένει
E. IA 1021
; ὀρθῶς καὶ λ.
Plu. Galb. 5
.
according to calculation
λελογισμένως,Adv., (λογίζομαι)
A. according to calculation,λ. ὅκως. .
Hdt. 3.104 ; λ. πράσσοιμι μᾶλλον ἢ σθένει
E. IA 1021
; ὀρθῶς καὶ λ.
Plu. Galb. 5
.