λεπτύν-ω,fut.-
A.
ῠνῶ
LXX Ps. 17(18).42
:aor. 1
ἐλέπτυνα
Hp. Epid. 6.1.5
:— Pass. ,aor.
ἐλεπτύνθην
Id. Aph. 5.46
:pf.
λελέπτυσμαι
Id. Morb. 1.19
, Arist. HA 511b22 ;inf.
λελεπτύνθαι
Ath. 12.552e
: (λεπτός): —make thinormeagre,αἱ ταλαιπωρίαι λ. [τὰ πρόβατα] Arist. HA 596a29 , cf. Pr. 882a27 ;λ. τὸ σχῆμα [τῶν ταγμάτων] Plb. 3.113.8 (cf.λεπτυσμός) ; φωνὴν βαρεῖαν . . λεπτύνων