LSJλεσχην-ίτηςGlossλεσχην-ίτης [ ῑ], ου , ὁ , = λεσχηνευτής , Suid.λεσχην-ίτης[ῑ],ου,ὁ,A.= λεσχηνευτής , Suid.ReferencesSuid.