λευγᾰλέος,α,ον, (v.λυγρός):
1. of persons,in sadorsorry plight, wretched, πτωχῷ λ. ἐναλίγκιον
Od. 16.273
; λ. ἐσόμεσθα
2.61
.Adv.-έως , χωρεῖνto goin ill plight, Il. 13.723 .
II. of conditions, etc.,sore, baneful,νῦν δέ με λ. θανάτῳ εἵμαρτο ἁλῶναι, i.e. by drowning, 21.281 , cf. Od. 15.359 ;κήδεσιν . . λευγαλέοισιib. 399 ; ἄλγεσι λ.
20.203
; πολέμοιο μεθήσετε λ.
Il. 13.97
; ἐν δαὶ̈ λ.
14.387
; φρεσὶ λ. πιθήσας
9.119
; λ. ἐπέεσσιν
20.109