λεύκο-θριξ,τρῐχος,ὁ,ἡ,
A. white-haired, white, λευκότριχα κριόν
Ar. Av. 971
; λευκοτρίχων πλοκάμων
E. Ba. 112
(lyr.); - τριχες ἵπποι
Call. Cer. 121
; τῶν λευκοτρίχων
Arist. GA 786a24
; λ. πρόβατα
Str. 16.4.26
.
white-haired, white
λεύκο-θριξ,τρῐχος,ὁ,ἡ,
A. white-haired, white, λευκότριχα κριόν
Ar. Av. 971
; λευκοτρίχων πλοκάμων
E. Ba. 112
(lyr.); - τριχες ἵπποι
Call. Cer. 121
; τῶν λευκοτρίχων
Arist. GA 786a24
; λ. πρόβατα
Str. 16.4.26
.