λευστός,ή,όν, neut. pl.λευκ-ά: ὁρατά, λιθοβόλητα, Hsch.
λευστός
Gloss
λευστός , ή , όν , neut. pl. λευκ-ά: ὁρατά, λιθοβόλητα , Hsch.
λευστός , ή , όν , neut. pl. λευκ-ά: ὁρατά, λιθοβόλητα , Hsch.
λευστός,ή,όν, neut. pl.λευκ-ά: ὁρατά, λιθοβόλητα, Hsch.