λεώβατος: ὁδός, καὶ ἰχθῦς σελαχώδης, Hsch. ; cf.λειόβατος.
λεώβατος:
Gloss
λεώβατος: ὁδός, καὶ ἰχθῦς σελαχώδης , Hsch. ; cf. λειόβατος .
λεώβατος: ὁδός, καὶ ἰχθῦς σελαχώδης , Hsch. ; cf. λειόβατος .
λεώβατος: ὁδός, καὶ ἰχθῦς σελαχώδης, Hsch. ; cf.λειόβατος.