λεωργός,όν, (Adv. λέως, ἔργον)
A. one who will do anything(cf.ῥᾳδιοῦργος, πανοῦργος),villainous, A. Pr. 5 ; of actions,λεωργὰ κἀθέμιστα(fort.καὶ θεμιστά) Archil. 88.3 : Sup. -ότατος
X. Mem. 1.3.9 , Ael. NA 16.5 ; cf.λεουργός, λιτουργός.
one who will do anything
λεωργός,όν, (Adv. λέως, ἔργον)
A. one who will do anything(cf.ῥᾳδιοῦργος, πανοῦργος),villainous, A. Pr. 5 ; of actions,λεωργὰ κἀθέμιστα(fort.καὶ θεμιστά) Archil. 88.3 : Sup. -ότατος
X. Mem. 1.3.9 , Ael. NA 16.5 ; cf.λεουργός, λιτουργός.