ἀναβρ-άσσω, Att.
ἀναβρ-άττω,aor. subj.
A.
ἀναβράσῃ
Dsc. 5.14
,boil well, seethe,
ἀναβράττω κίχλας
Ar. Pax 1197
; κρέα ἀνέβραττεν ὀρνίθεια
Ra. 510
: abs., ἀναβράττετ', ἐξοπτᾶτε
Ach. 1005
, cf. Dsc.l.c.: metaph., ζωήν . . ζέουσάν τε καὶ ἀναβράττουσαν
Dam. Pr. 86
.
2. throw up,
τὰ ἐν τοῖς λίκνοις ἀναβραττόμενα
Arist. Mete. 368b29