λεωφόρος,ον,
A.
v. λαοφόρος .λῇ,λῇς, etc., v. λῶ .ληβόλε: λιθοβόλε, ἄξιε λιθασθῆναι, Hsch.
ληβολία: δημοσία κοπρία, Id.
λεωφόρος , ον , v. λαοφόρος . λῇ , λῇς , etc., v. λῶ . ληβόλε: λιθοβόλε, ἄξιε λιθασθῆναι , Hsch. ληβολία: δημοσία κοπρία , Id.
λεωφόρος,ον,
A.
v. λαοφόρος .λῇ,λῇς, etc., v. λῶ .ληβόλε: λιθοβόλε, ἄξιε λιθασθῆναι, Hsch.
ληβολία: δημοσία κοπρία, Id.