ληϊτουργέω,λη-ουργός, early forms ofλῃτ-, λειτ- (q.v.).
ληϊτουργέω
Gloss
ληϊτουργέω , λη-ουργός , early forms of λῃτ-, λειτ - (q.v.).
ληϊτουργέω , λη-ουργός , early forms of λῃτ-, λειτ - (q.v.).
ληϊτουργέω,λη-ουργός, early forms ofλῃτ-, λειτ- (q.v.).