LSJλῆμψιςGlossλῆμψις , = λῆψις (q.v.): λήμψομαι , = λήψομαι , v. λαμβάνω .λῆμψις,A.= λῆψις (q.v.):λήμψομαι, = λήψομαι , v. λαμβάνω .Related Lemmasλήμψομαι