λῃστ-εία,ἡ,
A. robbery, piracy, Th. 1.5 , Pl. Lg. 823e , etc.;ἀπὸ λῃστείας βίον ἔχειν, ζῆν, X. An. 7.7.9 , Arist. Pol. 1256a36 : in pl., πόλιν . . κατὰ γῆν λῃστείαις πορθουμένην
Th. 8.40
.
robbery, piracy
λῃστ-εία,ἡ,
A. robbery, piracy, Th. 1.5 , Pl. Lg. 823e , etc.;ἀπὸ λῃστείας βίον ἔχειν, ζῆν, X. An. 7.7.9 , Arist. Pol. 1256a36 : in pl., πόλιν . . κατὰ γῆν λῃστείαις πορθουμένην
Th. 8.40
.