λῐβ-άδιον[ᾰ],τό,(λιβάς)
A. small spring, πότιμα λ.
Plu. 2.913c
;small stream, λ. ὀλεθρίου ὕδατος
Str. 8.8.4
.
II. in the common dialect,a wet place, Eust. 1358.54 , Thom.Mag. p.223 R.; = χωρίον βοτανῶδες , Hsch.
III.
= κενταύρειον τὸ μικρόν , Plin. HN 25.68 .