λίγειος[ῐ],α,ον , later form ofλιγύς, cj. Coraës forλίγιον, λύγιον(q.v.), Hld. 6.5 ;λιγήϊα συρίζουσι(Schneid. forλιγέα) Opp. C. 4.411 .Adv.-είως
Suid.
λίγειος [ ῐ], α , ον , later form of λιγύς , cj. Coraës for λίγιον, λύγιον (q.v.), Hld. 6.5 ; λιγήϊα συρίζουσι (Schneid. for λιγέα ) Opp. C. 4.411 . Adv. - είως Suid.
λίγειος[ῐ],α,ον , later form ofλιγύς, cj. Coraës forλίγιον, λύγιον(q.v.), Hld. 6.5 ;λιγήϊα συρίζουσι(Schneid. forλιγέα) Opp. C. 4.411 .Adv.-είως
Suid.