LSJἀναγέτριαGlossἀναγέτρια , ἡ , = μαῖα ( Tarent. ), Hsch. ; cf. ἀγέτρια.ἀναγέτρια,ἡ,A.= μαῖα ( Tarent. ), Hsch. ; cf.ἀγέτρια.ReferencesHsch.