λικροί: οἱ ὔζοι τῶν ἐλαφείων κεράτων, Hsch. (alsoλεκροίId.).λίκτης,ου,ὁ, (λείχω)
A. one that licks,
Gloss. (betterλείκτης).
one that licks,
λικροί: οἱ ὔζοι τῶν ἐλαφείων κεράτων, Hsch. (alsoλεκροίId.).λίκτης,ου,ὁ, (λείχω)
A. one that licks,
Gloss. (betterλείκτης).