λῑμ-ώδης,ες,
A. famished, hungry, λιμῶδές τι ἔχει τινά
Hp. Prog. 2
; λιμῶδες ἐρυγγάνειν
Alciphr. 1.25
; λ. τι ἀναφθέγγεσθαι
Plu. 2.751a
, cf. Sm. Jb. 30.7 , Ath. 6.270f ;λ. τράπεζα scanty, Plu. 2.703f ;λεπτὸς καὶ λ. ὕπνοςib. 325c .
famished, hungry
λῑμ-ώδης,ες,
A. famished, hungry, λιμῶδές τι ἔχει τινά
Hp. Prog. 2
; λιμῶδες ἐρυγγάνειν
Alciphr. 1.25
; λ. τι ἀναφθέγγεσθαι
Plu. 2.751a
, cf. Sm. Jb. 30.7 , Ath. 6.270f ;λ. τράπεζα scanty, Plu. 2.703f ;λεπτὸς καὶ λ. ὕπνοςib. 325c .