λῐπερν-έω,
A. to be poor, Suid. (who also hasλιφερνῶνsine gloss.);λῐφερνέω,to be meagre, στάχυς
J. AJ 2.5.5
:—but Hsch. hasλιφερνοῦντες: ἐν συνδένδρῳ τόπῳ προσφιλῶς διάγοντες.
to be poor
λῐπερν-έω,
A. to be poor, Suid. (who also hasλιφερνῶνsine gloss.);λῐφερνέω,to be meagre, στάχυς
J. AJ 2.5.5
:—but Hsch. hasλιφερνοῦντες: ἐν συνδένδρῳ τόπῳ προσφιλῶς διάγοντες.