λῐτός(A),ή,όν, epith. ofγαῖα, dub. sens. in Alex.Aet. 1 , Orph. A. 92 ;λιτὴ χθών: ἀπὸ τοῦ προσκυνεῖσθαι καὶ λιτανεύεσθαι, Hsch.
λῐτός
Gloss
λῐτός (A), ή , όν , epith. of γαῖα , dub. sens. in Alex.Aet. 1 , Orph. A. 92 ; λιτὴ χθών: ἀπὸ τοῦ προσκυνεῖσθαι καὶ λιτανεύεσθαι , Hsch.