λίψ(C): ἐπιθυμία(cf.λίπτομαι), πέτρα ἀφ' ἧς ὕδωρ στάζει, Hsch.
λίψ
Gloss
λίψ (C) : ἐπιθυμία (cf. λίπτομαι ) , πέτρα ἀφ' ἧς ὕδωρ στάζει , Hsch.
λίψ (C) : ἐπιθυμία (cf. λίπτομαι ) , πέτρα ἀφ' ἧς ὕδωρ στάζει , Hsch.
λίψ(C): ἐπιθυμία(cf.λίπτομαι), πέτρα ἀφ' ἧς ὕδωρ στάζει, Hsch.