LSJλορδ-ωτόςGlossλορδ-ωτός , = λορδός , dub. cj. in Erot. s.v. λορδότατον .λορδ-ωτός,A.= λορδός , dub. cj. in Erot.s.v. λορδότατον .ReferencesErot.