LSJλόφα:Glossλόφα: μίσχος, τὸ περίπτισμα, καὶ τὸ τῆς γῆς ἔπαρμα , Hsch.λόφα: μίσχος, τὸ περίπτισμα, καὶ τὸ τῆς γῆς ἔπαρμα, Hsch.