λοχ-άω, Ep.
aor. subj.
Med. -ήσομαι
Od. 4.670 :—
A. lie in wait for, waylay, Τηλέμαχον λοχόωντες
16.369
, cf. 4.847 ; ἦ μέν μιν λοχόωσι
13.425
; τὸν δὲ . . οἴκαδ' ἰόντα λοχῶσιν
14.181
; αὐτὸν ἰόντα λοχήσομαι
4.670
; ἐλόχησαν τὰς γυναῖκας
Hdt. 6.138
; σε . . λοχῶσιν . . Ἐρινύες
S. Ant. 1075
.
2. abs.,lie in wait, ambush, ὅθι σφίσιν εἶκε λοχῆσαι