LSJλοχικόςGlossλοχικός , ή , όν , = sq., λ. κάθαρσις dub. in Steph. in Hp. 1.201 D. ( λογ - codd.).λοχικός,ή,όν,=sq.,λ. κάθαρσιςdub. in Steph. in Hp. 1.201D. (λογ- codd.).