λυγγανόμενον: λύζοντα ἐν τῷ κλαίειν, Hsch. ; cf.λυγκαίνω.
λυγγανόμενον:
Gloss
λυγγανόμενον: λύζοντα ἐν τῷ κλαίειν , Hsch. ; cf. λυγκαίνω .
λυγγανόμενον: λύζοντα ἐν τῷ κλαίειν , Hsch. ; cf. λυγκαίνω .
λυγγανόμενον: λύζοντα ἐν τῷ κλαίειν, Hsch. ; cf.λυγκαίνω.