λῡ́μ-η,ἡ,
A. outrage, maltreatment, esp. by maiming,ἐπὶ λύμῃfor the sake ofinsult, Hdt. 2.121 . δ́; δόμων ἐπὶ λύμῃ
A. Th. 880
(lyr.); ὑπ' ἄφρονι λύμᾳ
Id. Eu. 377
(lyr.); ἄνδρα οὕτω αἰσχρῶς λύμῃ διακείμενον
Hdt. 2.162
; ὧν διαφθειρομένων οὐκ ἂν γίγνοιτο μεγάλη λ. τῇ πόλει
Pl. Lg. 919c
; λ. καρπῶν καὶ προβάτων
X. Oec. 5.6
;χωρὶς τῆς ἄλλης λύμηςbesides themischiefdone, Hp. Fract. 3 : freq. in pl.,outrages, indignities, λυμαίνεσθαι λύμῃσι
Hdt. 6.12
; χερσὶ καὶ λύμαισι καὶ πᾶσιν κακοῖς
S. El. 1196
, cf. 1195 ; φθείρειν λύμαις ἐχθίσταις