λυχνοῦχος,ὁ, (ἔχω)
A. lampstand, καὶ τὸν λ. ἔκφερ' ἐνθεὶς τὸν λύχνον
Pherecr. 40
; διαστίλβονθ' ὁρῶμεν ὥσπερ ἐν καινῷ λ.
Ar. Fr. 8
; ἐξελὼν ἐκ τοῦ λυχνούχου τὸν λύχνον
Alex. 102
, cf. Lys. Fr. 83 .
lampstand
λυχνοῦχος,ὁ, (ἔχω)
A. lampstand, καὶ τὸν λ. ἔκφερ' ἐνθεὶς τὸν λύχνον
Pherecr. 40
; διαστίλβονθ' ὁρῶμεν ὥσπερ ἐν καινῷ λ.
Ar. Fr. 8
; ἐξελὼν ἐκ τοῦ λυχνούχου τὸν λύχνον
Alex. 102
, cf. Lys. Fr. 83 .