LSJλωρυμνόν:Glossλωρυμνόν: βαθύτατα, κατώτατα , Hsch. λῷστος , v. λωί̈ων .λωρυμνόν: βαθύτατα, κατώτατα, Hsch.λῷστος,A.v. λωί̈ων .Related Lemmasλῷστος