λωτίζομαι,
A. cull the best, A. Supp. 963 ;Ἄρης γὰρ οὐδὲν τῶν κακῶν λ.
S. Fr. 724 (prob. cj.):— Act. in Hsch. ,λωτίζειν: ἀπανθίζεσθαι, ἀπολλύειν.—Cf.ἀπολωτίζω.
cull the best
λωτίζομαι,
A. cull the best, A. Supp. 963 ;Ἄρης γὰρ οὐδὲν τῶν κακῶν λ.
S. Fr. 724 (prob. cj.):— Act. in Hsch. ,λωτίζειν: ἀπανθίζεσθαι, ἀπολλύειν.—Cf.ἀπολωτίζω.