μαιμάω(redupl., cf.Μάω), Ep.
3 pl. μαιμώωσι,part. μαιμώων, -ώωσα, Hom. (v. infr.); Aeol.
part. μαιμάεντι: ἐνεργῶς κινουμένῳ, Hsch. : Ep.
aor.
A.
μαίμησα
Il. 5.670
:—Poet. Verb ( Hom. only in Il. ),to be very eager, quiver with eagerness,μαίμησε δέ οἱ φίλον ἦτορIl.l.c.; μαιμώωσι πόδες καὶ χεῖρες
13.75
;περὶ δούρατι χεῖρες ἄαπτοι μαιμῶσινib. 78 ; μαιμώων ἔφεπ' ἔγχεϊ
15.742
: metaph., of a spear, αἰχμὴ δὲ διέσσυτο μαιμώωσα
5.661
, cf. 15.542 ;δεινὸν μαιμώονταOrac. ap. Hdt. 8.77 : c.inf., λὶς μαιμώων χροὸς ἆσαι
Theoc. 25.253