μάκκορ: ἐργαλεῖον γεωργικὸν ὡς δίκελλα, Hsch. ; cf.μάκελλα.μακκούρᾳ: χειρὶ σιδηρᾷ ᾗ χρῶνται πρὸς τοὺς ἵππους, Id.μᾶκος,τό, Dor. forμῆκος.μακούνιον: δίκτυον κιχλῶν, ὅπερ τινὲς νεφέλην, Id.
μάκκορ:
Gloss
μάκκορ: ἐργαλεῖον γεωργικὸν ὡς δίκελλα , Hsch. ; cf. μάκελλα . μακκούρᾳ: χειρὶ σιδηρᾷ ᾗ χρῶνται πρὸς τοὺς ἵππους , Id. μᾶκος , τό , Dor. for μῆκος . μακούνιον: δίκτυον κιχλῶν, ὅπερ τινὲς νεφέλην , Id.