μᾰλᾰκ-ιάω,
A. become soft, τῶν βοῶν, ἂν εἰς τὰς χηλὰς μαλακιῶσι, προσαλείφειν τὰ ἄκρα τῶν κεράτων
Plu. 2.559f
codd. (fort.μαλκίωσι); v. μαλκίω .
become soft
μᾰλᾰκ-ιάω,
A. become soft, τῶν βοῶν, ἂν εἰς τὰς χηλὰς μαλακιῶσι, προσαλείφειν τὰ ἄκρα τῶν κεράτων
Plu. 2.559f
codd. (fort.μαλκίωσι); v. μαλκίω .