μᾰλακ-ύνω,
A. soften, v.l. for μαλακευνέω in Hp. Vict. 2.66 ; αἱ πυρώσεις τὸν σίδηρον -ουσιν
Ph. Bel. 71.43
; Κύριος ἐμαλάκυνε τὴν καρδίαν μου
LXX Jb. 23.16
;weaken, χεῖρας καὶ πόδας
Muson. Fr. 19p.107H.
:— Pass. ,become soft, flag, X. Cyr. 3.2.5 ; ταῖς ψυχαῖς
D.S. 17.10
.