LSJμαλθακ-τικόςGlossμαλθακ-τικός , ή , όν , = μαλακτικός, πνεύμονος Hp. Acut. 53 , Aret. CD 1.3 .μαλθακ-τικός,ή,όν,A.= μαλακτικός, πνεύμονοςHp. Acut. 53 , Aret. CD 1.3 .ReferencesHp. Acut. 53Aret. CD 1.3