LSJμάλιαν:Glossμάλιαν: εὔφημον, ἥσυχον, πραεῖαν , Hsch. ; cf. μαλιωτέρα .μάλιαν: εὔφημον, ἥσυχον, πραεῖαν, Hsch. ; cf.μαλιωτέρα.