μαλίρ: γῆ Κιμωλία, Hsch.
μᾶλις,
A.
= μηλίς (B), Hippiatr. 2 .Μᾱλίς,ίδος,ἡ, Dor. forΜηλίς.μάλιστα,Adv.
Sup. of
μάλα, v. μάλα
111 .μαλιωτέρα: προσφιλεστέρα, Hsch. ; cf.μάλιαν.μαλκάω, = ναρκάω , Sch. Nic. Th. 382 .μαλκενίς: παρθένος(Cret.), Hsch. ; cf.μαλακίννης.