μάλκιος,ον, (μάλκη)
A. freezing, benumbing,τιὼν(sc. Mithridates) φάρμακον ἀσθενές τε καὶ μάλκιον
Anon.
ap. Suid. : Sup. , τόδε μοι μαλκίστατον ἦμαρ
Call.
Fr.anon.
45 :— Hsch. hasμαλκιώτατον: μαλακώτατον, andμαλκόν: μαλακόν; the latter is cj. in Poet. ap. Sch. Nic. Th. 382 .