LSJμάμματαGlossμάμματα , τά , = βρώματα , Sch. Pl. Alc. 1.118e ; cf. μάματα .μάμματα,τά,A.= βρώματα , Sch. Pl. Alc. 1.118e ; cf.μάματα.ReferencesPl. Alc. 1.118e