μᾰνι-ώδης,ες,
A. like madness, νοσεύματα
Hp.
Aër.
7 , cf. Coac. 475 .
2. like a madman, crazy, ὑπόσχεσις
Th. 4.39
; καὶ τὸ μ. μαντικὴν πολλὴν ἔχει
E. Ba. 299
; μ. πάντα τἀνθρώπων ὅλως
Alex. 219.9
; κύνας μ. καὶ δυσπειθεστάτας
X. Mem. 4.1.3
: Comp. -έστερον ἢ κατά. . J. AJ 2.12.2 .Adv.- δῶς
Gal. 5.415
, Paul.Aeg. 3.6 , Sch. Theoc. 1.83 .
II. causing madness, Dsc. 1.68 , 4.68 ; ἱμάσθλη Πανός