LSJμάομαιGlossμάομαι , v. μαίομαι . μᾰπέειν , Ep. aor. 2 inf. of μάρπτω (q.v.).μάομαι,A.v. μαίομαι .μᾰπέειν, Ep.aor. 2 inf.ofμάρπτω(q.v.).Related Lemmasμᾰπέειν