LSJμάραονGlossμάραον , τό , or μάραος , ὁ , = πίτταξις , Eust. 1657.20 .μάραον,τό, orμάραος,ὁ,A.= πίτταξις , Eust. 1657.20 .ReferencesEust. 1657.20Related Lemmasμάραος