μαργαίνω, (μάργος) only inpres.,
A. rage furiously, μαργαίνειν ἀνέηκεν ἐπ' ἀθανάτοισι θεοῖσι
Il. 5.882
;σύες ἐπὶ φορυτῷ μαργαίνουσιν are madly greedyafter . . , Democr. 147 : abs., μαργαίνοντι χαριζόμενος βασιλῆϊ
Coluth. 198
.
rage furiously
μαργαίνω, (μάργος) only inpres.,
A. rage furiously, μαργαίνειν ἀνέηκεν ἐπ' ἀθανάτοισι θεοῖσι
Il. 5.882
;σύες ἐπὶ φορυτῷ μαργαίνουσιν are madly greedyafter . . , Democr. 147 : abs., μαργαίνοντι χαριζόμενος βασιλῆϊ
Coluth. 198
.