LSJμάσασθαιGlossμάσασθαι , v. ἐπιμαίομαι . μάσδα , μασδός , Dor. for μᾶζα, μαζός .μάσασθαι,A.v. ἐπιμαίομαι .μάσδα,μασδός, Dor. forμᾶζα, μαζός.Related Lemmasμάσδαμασδός