μαστᾰρύζω,
A. mumble,likeone with his mouth full, of an old man, Ar. Ach. 689 ; cf.μασταρίζειν: μαστιχᾶσθαι, καὶ τρέμειν, κτλ., Hsch. :— alsoμαστηρύζειν: τὸ κακῶς μασᾶσθαι(Cyren.), Phot.
mumble
μαστᾰρύζω,
A. mumble,likeone with his mouth full, of an old man, Ar. Ach. 689 ; cf.μασταρίζειν: μαστιχᾶσθαι, καὶ τρέμειν, κτλ., Hsch. :— alsoμαστηρύζειν: τὸ κακῶς μασᾶσθαι(Cyren.), Phot.