μαστ-εύω, Ep.
impf.-εύεσκον
A. R. 4.1394 ; poet.inf.
A.
μαστευέμεν
Pi. P. 3.59
: poet.aor. μάστευσαib. 4.35 :—seek, search after, c. acc. pers. vel rei, τὴν μαστεύων
Hes. Fr. 79.4
; μαστεύων σε κιγλάνω μόλις
E. Hel. 597
;ἄλλον ἄλλη μ.[ Epich. ] 298 , cf. IG 42(1).122.22 (Epid.); [χώραν] X. An. 5.6.25 ;τὰ φεύγοντα διώκειν καὶ μ.ib. 7.3.11 ;crave, need, τὰ ἐοικότα πὰρ δαιμόνων μ.
Pi. P. 3.59
; προφήτας δ' οὔτινας μαστεύομεν
A. Ag. 1099
.
2. c.inf.,seek, striveto do, Pi. P. 4.35 , N. 8.43 , X. An. 3.1.43 , Cyr. 2.2.22 ; τὸν . . παῖδα μ. μαθεῖν, εἰ μηκέτ' εἴη